Κυριακή

Πρωτοχρονιά τον Ιούνιο

  «ΕΓΩ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΗΝ ΓΙΟΡΤΑΖΩ ΙΟΥΝΙΟ.» Έχει γυρίσει όλο το κλαμπ και με κοιτάζει. Η φράση κανονικά απευθύνεται μόνο σε σένα, που με έχεις ρωτήσει ήδη τέσσερις φορές « μα γιατί δεν έρχεσαι αύριο να αλλάξουμε μαζί τον χρόνο; » αλλά συμπίπτει με εκείνη την άβολη στιγμή που ο dj αποφασίζει να σταματήσει την μουσική, για να τραγουδήσουμε όλοι μαζί τη γελοιότητα που ακούγεται από τα  ηχεία. Με κοιτάζουν όλοι απορημένοι. Άλλη μια κουνημένη γκόμενα που την έχει δει εναλλακτικιά, θα σκέφτονται. Εσύ με πιάνεις απαλά απ΄το χέρι και με οδηγείς έξω. Ο κρύος αέρας του Δεκέμβρη μου ρίχνει δυο γερά χαστούκια στο πρόσωπο, σαν να θέλει να με συνεφέρει. Χωρίς να ρωτήσεις αν κρυώνω, περνάς το παλτό σου γύρω απ΄τους ώμους μου.

 -Για επανάλαβε, σε παρακαλώ.

Και ωραίος γκόμενος και δεν βάζει αύξηση στην προστακτική, σκέφτομαι. Μήπως να δεχτώ; Παρόλα αυτά μια φωνή που μοιάζει με την δική μου, σου λέει

- Εγώ την πρωτοχρονιά την γιορτάζω Ιούνιο. Συγκεκριμένα στις δεκατρείς.

-Μάλιστα. Άρα καλά άκουσα.

- Και εσύ και το μισό μαγαζί.

-Θες να μας πεις το γιατί; Βασικά ας’ τους αυτούς. Μόνο σε μένα πες. Σε παρακαλώ.

 Κάθεσαι δίπλα με ένα παιδικό χαμόγελο ανυπομονησίας, λες και σου έταξα ότι θα σου πάρω παιχνίδι ή παγωτό. Σε χαζεύω λίγο και  σκέφτομαι πως ίσως ήρθε πια  ο καιρός να..

- Έχω παραγγείλει μια ιστορία, δεσποινίς!! Με σκουντάς στον ώμο διακόπτοντας τις σκέψεις μου. Θα μου πεις τι είναι στις δεκατρείς του Ιούνη;

 -Εντάξει, εντάξει, θα σου πω. Μπορεί να είναι και για καλό. Δικό μου, δικό σου, της ιστορίας… δεν ξέρω. Στις δεκατρείς του Ιούνη είναι τα γενέθλιά της. Μέχρι να την γνωρίσω, ξέρεις πώς με φωνάζανε; Άπιστο Θωμά. Είχα μια ερώτηση έτοιμη για κάθε απάντηση. Τους έβλεπα να ανάβουνε κεριά, να προσεύχονται γονυπετείς  και τους λυπόμουνα. Τους έβλεπα να ερωτεύονται, να ξαναπέφτουν στα γόνατα  και γελούσα. Ανθρωπάκια έλεγα. Αδύναμα, ανήμπορα, απελπισμένα – μια αξιολύπητη, κοντή εκδοχή του εαυτού τους.  Μέχρι που την συνάντησα. Ήταν αρχές καλοκαιριού, μόλις είχαμε τελειώσει την εξεταστική και με είχε σύρει η κολλητή στο beach party που έκανε μια φίλη της, για τα γενέθλια της. Αφού δοκίμασα κάθε πιθανή δικαιολογία για να την σκαπουλάρω, από έκτακτη υποχρέωση μέχρι σπάνια μεταδοτική ασθένεια και αφού όλες έπεσαν στη θάλασσα σαν βοτσαλάκια, φόρεσα ένα μαύρο φόρεμα και στις δέκα ακριβώς πέρασα την είσοδο γνωστού παραλιακού μαγαζιού της Βουλιαγμένης.

-Αν τολμήσεις και με τραβήξεις με το ζόρι να χορέψω, βουλιαγμένη θα βρουν εσένα, λέω μέσα από τα δόντια μου στην κολλητή.

-Καλά, πήγαινε για την ώρα να πεις ένα χρόνια πολλά στην κοπέλα και με πνίγεις μετά. Είναι αυτή που χορεύει εκεί κάτω μόνη της. Και βγάλε πια αυτά τα πατομπούκαλα, δεν σου ‘πα να βάλεις τους φακούς σου; μου λέει και πριν προλάβω να αντιδράσω μου τραβάει τα γυαλιά και τα βάζει στην τσάντα της.

  Στα ρηχά έχει στηθεί μια πλωτή εξέδρα για χορό, την οποία φυσικά οι τέσσερις βαθμοί μυωπίας μου, με εμποδίζουν να διακρίνω. Αυτό που βλέπω, είναι μια φιγούρα με κατάξανθα μακριά μαλλιά και λευκό φόρεμα να χορεύει επάνω στο νερό. Εξελιγμένη θεότητα σκέφτομαι, ο άλλος ο φουκαράς απλώς περπάτησε. Μέχρι να πλησιάσω, εκείνη έχει βγει απ την θάλασσα και κάθεται στην άμμο. Στέκομαι όρθια από πάνω της, αντιλαμβάνεται την παρουσία μου , σηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει κατάματα. Είκοσι χρόνια αθεΐας πάνε περίπατο. Το βλέμμα της είναι τόσο έντονο, που τα πόδια μου λυγίζουν μόνα τους και άθελά μου γονατίζω δίπλα της. Συνειδητοποιώ ότι πρέπει να πω κάτι, αλλά απ’ το σάστισμα ξεπετάγεται η λάθος ευχή και ακούω τον εαυτό μου να της λέει :

-Καλή χρονιά!.

Γελάει σιγανά και ύστερα μου χαμογελάει. Σπάνε ταυτόχρονα όλα τα ενυδρεία του κόσμου και τα χρυσόψαρα επιστρέφουν στον βυθό.

-Από πότε γιορτάζουμε Ιούνιο την Πρωτοχρονιά;

- Από σήμερα.

  Καθίσαμε στη μικρή μας παραλία ένα βράδυ, μπορεί και χίλια. Δεν ρώτησα ποτέ για τις πληγές στο σώμα της. Τις ξέπλενε κάθε μέρα στην θάλασσα και μετά ερχόταν σε μένα δακρυσμένη για να γλείψω το αλάτι. Κάθε Ιούνιο άναβα το κερί στην τούρτα της, με τέτοια ευλάβεια που και ο πιο ευσεβής πιστός θα ζήλευε και εκείνη αντί να κάνει ευχή, μετρούσε αντίστροφα,  έσβηνε το κερί της και ξεκινούσε η χρονιά μας.

 Έχω να αλλάξω χρόνο από εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι που προχώρησε αποφασιστικά, μέσα βαθιά στην θάλασσα και δεν ξανά γύρισε. Προσποιήθηκα πως έγινα πάλι άπιστη για να την προκαλέσω, φόρεσα ξανά τα γυαλιά μου για να διακρίνω τις λεπτομέρειες , να είμαι καχύποπτη, να εξετάζω, να αμφισβητώ. Έβγαλα την φωτογραφία της από το εικονοστάσι, και έβαλα στην θέση της ανόητες σέλφι. Φέτος είπα να κάνω την κίνηση ματ, να έρθω σπίτι σου και να αλλάξω χρονιά μαζί με εσάς τους υπόλοιπους, αλλά τελευταία στιγμή δεν κρατήθηκα, κοίταξα κάπου μακριά, σε μιαν αόρατη θάλασσα και σαν προσευχή, είπα:

Εγώ την Πρωτοχρονιά την γιορτάζω Ιούνιο.

 

 

 


 

Ένα πολύ αληθινό ψέμα

Μπαίνει στο δωμάτιο που έχει αφήσει τα κανονικά του ρούχα. Διπλώνει προσεκτικά την μαύρη μπέρτα, βγάζει το καπέλο και ξεβάφει το μουστάκι του. Στο παπούτσι του έχει κολλήσει ένας μπαλαντέρ όπου και θα παραμείνει για αρκετή ώρα. Ανοίγει το μαύρο του σακίδιο, βγάζει από μέσα το φλασκί και ετοιμάζεται επιτέλους να πιει την πρώτη του γουλιά για σήμερα, όταν τον διακόπτει μια λεπτή φωνή.

 -Δεν μπορώ να το καταλάβω. Πώς κάνεις αυτό το κόλπο με τα μπουκάλια;

Γυρίζει και βλέπει έναν μικροσκοπικό Μπάτμαν να στέκεται στην πόρτα. Ρίχνει γρήγορα το φλασκί στην τσάντα, και του χαμογελάει βιαστικά.

- Μικρέ μου, ένας μάγος δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά του. Σκοπός του είναι να σου φτιάξει ένα πολύ αληθινό ψέμα.

Ο μικρός έχει μπερδευτεί χειρότερα. Πριν προλάβει να κάνει την επόμενη ερώτηση, ο μάγος τον πιάνει απ’ το χέρι. 

-Για πάμε τώρα στο σαλόνι να βρούμε τους φίλους σου.

Ο επτάχρονος σούπερ ήρωας, πιστός στο καθήκον , είναι ο μόνος που έχει μείνει ξύπνιος. Το υπόλοιπο κοινό του, τρεις πειρατές , δυο πριγκίπισσες, ένας ινφλουένσερ και κάτι ανάμεσα σε Χελωνονιντζάκι και κολοκύθι, έχουν αποκοιμηθεί ο ένας πάνω στον άλλον. Αυτό σημαίνει ένα πράγμα : έκανε καλά τη δουλειά του. Οι γονείς θα τον ευχαριστήσουν, και θα σηκώσουν τα πιτσιρίκια αγκαλιά. Θα τα βάλουν στο αμάξι, έπειτα στο κρεβάτι τους και θα  συνεχίσουν το Σάββατό τους, ίσως σε κάποιο άλλο πάρτι μασκέ, μεταμεσονύχτιο αυτή την φορά.

  Όσο οδηγεί προς το κοντινότερο μπαρ, θυμάται τα μάτια των παιδιών να τον κοιτούν με απόλυτη αφοσίωση και θαυμασμό. Θυμάται τα χειροκροτήματα σε κάθε σωστή του μαντεψιά, το κοκκίνισμα στο πρόσωπο της μικρής πριγκίπισσας όταν της εμφάνισε ένα τριαντάφυλλο πίσω απ’ το αυτί της και το γάργαρο γέλιο του πιτσιρικά με την ακαθόριστη πράσινη στολή, όταν τον είπε Κολοκυθονιντζάκι. Θυμάται το κορίτσι που είχε ντυθεί μονόκερος και του ζήτησε να την πάρει στους ώμους για να φτάσει το ουράνιο τόξο.

- Πώς σας λένε καλέ μου Μονόκερε;

- Μαριλένα, του απαντάει η μικρή και του σκάει ένα πλατύ χαμόγελο.

Καθώς την ανεβάζει στους ώμους και της λέει να ψάξει καλά καλά τον ουρανό, θυμάται μίαν άλλη Μαριλένα, με τα ίδια ξανθά μαλλιά και τα ίδια πονηρά μελί μάτια. Έχει να την δει ακριβώς έναν χρόνο. Την τελευταία φορά τα έκανε σκατά, εντελώς σκατά. Δεν θυμόταν ότι έπρεπε να την κρατήσει, και όταν είδε το μήνυμα ότι έφταναν, ήταν ήδη πολύ αργά. Είχε αρχίσει να πίνει απ’ το μεσημέρι και είχε γίνει λιώμα. Άνοιξε όπως όπως την πόρτα, έσκυψε μπροστά στην μικρή και άνοιξε τα χέρια του περιμένοντας.

- Γιατί δεν με κάνεις μια αγκαλιά, δεν μ’ αγαπάς;

- Μπαμπά σ’ αγαπάω, αλλά βρωμάς.

Αυτό ήταν. Είδε στα μάτια της μικρής κάτι ανάμεσα σε οίκτο και αποστροφή. Από τους άλλους το είχε συνηθίσει αλλά απ’ αυτήν δεν ήθελε.  Έσκυψε το κεφάλι, μπήκε στο σπίτι και άφησε την μικρή έξω. Την βρήκε η μάνα της μετά από τρεις ώρες να τρέμει από το κρύο και τα κλάματα. Την έβαλε στο αμάξι και γύρισε φουριόζα πίσω. Είσαι τόσο τύφλα που άφησες το παιδί απ’ έξω ρε γελοίε.

Την άλλη μέρα, τους έψαχνε στα τηλέφωνα, πήγε από κει, να ζητήσει συγγνώμη, να παρακαλέσει. Έφυγαν πρωί πρωί, για το αεροδρόμιο, του είπε απ’ την αυλή της η γειτόνισσα, με ένα ύφος σαν να του έλεγε : Και πολύ άργησαν… 

*

  Αυτά θυμάται και ανοίγει με δύναμη την πόρτα του μπαρ, κάθεται στο σκαμπό και παραγγέλνει. Είναι ώρα για το δικό του πάρτι. Πετάει ο μπάρμαν τα μπουκάλια στον αέρα, γεμίζει το ποτήρι του ξανά και ξανά και όλα αρχίζουν να γίνονται πιο ρευστά, να μεταμορφώνονται. Δεν θυμάται πια να τον πετάνε με τις κλωτσιές απ΄την εταιρία, αντιθέτως θυμάται να παίρνει εκείνη την προαγωγή και να βγάζει την μικρή με την μάνα της να τις κεράσει. Χορεύουν και πίνουν όλο το βράδυ. Γυρίζουν σπίτι, βάζει την μικρή για ύπνο και σκύβει να την φιλήσει. Εκείνη παίρνει μια αστεία φάτσα αηδίας και του λέει γελώντας, μπαμπά βρωμάς, αλλά σ’ αγαπάω.

Στο δεύτερο μπουκάλι κονιάκ όλα έχουν κουνηθεί και έχουν μπει επιτέλους στην σωστή τους θέση. Κοιτάζοντας τον μπάρμαν μέσα από τον πάτο του ποτηριού του, του λέει :

-Μα πώς διάολο το κάνεις αυτό το κόλπο με τα μπουκάλια;

- Ένας μάγος, κύριε, δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά του. Σκοπός του είναι να σου φτιάξει ένα πολύ αληθινό ψέμα.

 

 

Τρίτη

Κάθεσαι στο γραφείο, ανάβεις το πορτατίφ και κοιτάζεις στο απέναντι σπίτι, το αγαπημένο σου παράθυρο. Το δωμάτιο του είναι σκοτεινό. Δεν έχει επιστρέψει ακόμα. Σε λίγες ώρες αλλάζει ο χρόνος και αν δεν τον ήξερες, θα υπέθετες πως γυρίζει από τραπέζι σε τραπέζι και από μαγαζί σε μαγαζί. Αλλά τον ξέρεις, δυο χρόνια τώρα τον κοιτάζεις. Πάντα από μακριά, πάντα από ασφάλεια αλλά ίσως τον γνωρίζεις καλύτερα από ότι οι κοντινοί του. Αυτοί ξέρουν τι δουλειά κάνει, εσύ ξέρεις πως όταν γυρίζει σπίτι, χαλαρώνει την γραβάτα και αυτό δεν αρκεί για να μειώσει το πνίξιμο που αισθάνεται. Έπειτα ανοίγει τα πρώτα κουμπιά απ το πουκάμισο του, αλλά το πνίξιμο παραμένει. Ύστερα μπαίνει για μπάνιο και μένει εκεί με τις ώρες . Δεν έχεις δει την πλάτη του γυμνή αλλά είσαι σίγουρη ότι θα έχει βαθιές χαρακιές από το τρίψιμο και σκέφτεσαι πάλι τον στίχο του Καββαδια : μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει. Τον παρατηρείς όταν μπαίνει σπίτι και κλείνοντας την πόρτα πίσω του, γίνεται αυτός που δεν χρειάζεται πια να προσπαθεί. Αυτός που δεν έχει τίποτα να αποδείξει. Το σπίτι έχει ελάχιστα έπιπλα. Τόσα που να είναι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή να αναχωρήσει. Σου θυμίζει αυτήν την τσάντα που είχες φτιάξει μικρή , μετά από κείνο τον μεγάλο σεισμό. Είχες βάλει μέσα τα απαραίτητα : δυο βιβλία, την αγαπημένη σου σοκολάτα και έναν Μπαλού που σου είχε πάρει δώρο ο μπαμπάς από το Παρίσι. Σαν το σακίδιο σου είναι το σπίτι του. Το πιο φορτωμένο έπιπλο εκεί μέσα είναι μια μικρή βιβλιοθήκη που προσφάτως έχει αρχίσει να γέρνει επικίνδυνα. Προσπαθείς να μαντέψεις τι βιβλία να την βαραίνουν και αν έπρεπε να αποχωριστεί κάποια για χάρη της βιωσιμότητας του επίπλου, ποια θα έδιωχνε πρώτα. Θα μπορούσε να είναι σαν ριάλιτι, θα φύγουν πρώτα οι αδύναμοι παίκτες και θα παραμείνουν οι πιο ανθεκτικοί. Ή οι ελαφρύτεροι. Συχνά αυτά τα δύο πάνε μαζί. Η οθόνη του υπολογιστή είναι μονίμως αναμμένη και είναι η βασική πηγή φωτός του σπιτιού. Το μπαλκόνι του είναι το μόνο που δεν είναι στολισμένο και μοιάζει σαν ένας μικρός επαναστάτης , έτσι που στέκεται σκοτεινό ανάμεσα στα υπόλοιπα Είναι 12 παρά τέταρτο και ακόμα να φανεί. Είχες σχεδιάσει, αν ήταν εδώ να του χτυπούσες το κουδούνι φέτος, λίγα λεπτά μετά την αλλαγή. Δεν στόλισες και το δικό σου μπαλκόνι επίτηδες , αν και λατρεύεις τα Χριστούγεννα κυρίως για τα λαμπιόνια τους, απλώς και μόνο για να έχετε κάτι να πείτε. Είχες φτιάξει και έναν κορμό σοκολάτας να του πας αλλά βγήκε τόσο σκληρός που μάλλον μοιάζει με κανονικό κορμό, οπότε θα μπορούσες να κρατάς πριόνι αντί για πιρούνι. Ξανασκέφτεσαι την εικόνα μιας άγνωστης να του χτυπάει το κουδούνι με ένα πριόνι στα χέρια, λιγά λεπτά μετά την αλλαγή του χρόνου. Χμμ, καλύτερα όχι. Θα τρομάξει, θα μαζέψει το σακίδιο-σπίτι του και θα εξαφανιστεί, παίρνοντας μαζί του όλα όσα φαντάζεσαι ότι είναι.

 

 

⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮

 

 Σήμερα δεν πηγες για δουλειά. Τους είπες πως προέκυψαν εκτακτως κάποιες οικογενειακές υποχρεώσεις. Στην μάνα σου , είπες πως σου έτυχε κάτι έκτακτο με την δουλειά. Κανεις από τους δυο δεν σε πίστεψε αλλά δεν σε νοιάζει και πολύ. Ας σε αποκληρώσει το αφεντικό. Ας σε απολύσει η μάνα σου. Καθεσαι με τα φώτα σβηστά. Έχεις πάρει την γνωστή θέση στο γραφείο σου και κοιτάζεις έξω τα αλλά σπίτια. Σε λίγα λεπτά αλλάζει ο χρόνος και τους παρατηρείς όλους από νωρίς, να μαγειρεύουν, να τσακώνονται, να στολίζονται και να μεθάνε.

 

 10…9… 

 O σπιτονοικοκύρης σου , πέρασε το πρωί για τα χρόνια πολλά και για τα νοίκια - επίσης πολλά. Του είπες , αυτό που του απαντάς τόσες μέρες : Να περάσουν οι γιορτες κύριε Μάκη και θα το τακτοποιήσω

 

 8…..7….

  Η κυρία Μαργαρίτα στον έκτο δεν θα είναι απόψε μόνη της. Γύρισε ο γιος της το πρωί από την Ισπανία, της έκανε έκπληξη. Το ανεβάσε και στορι στο ινσταγκραμ #surprisingmom #cominghomeforchristmas και δεν συμμαζεύεται. Η πραγματική έκπληξη φυσικά, θα ήταν να της φέρει παρέα και τον αρραβωνιαστικό του, 3 χρόνια ζουνε μαζί έξω και αυτή ακόμη τον ψήνει για την Ελένη την ψηλή ψιλικατζού.

 

 6…..5….

Κοιτάς το μόνο αστόλιστο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας. Το κορίτσι, έχει σκύψει πάνω από ένα ταψι και έχει μια μάλλον απογοητευμένη έκφραση. Αναρωτιέσαι γιατί δεν στόλισε φέτος … κάθε χρόνο είναι η πρώτη που φωταγωγεί το μπαλκονακι της και η τελευταία που ξεστολιζει. Ήταν από τα λίγα πράγματα που σε ζεσταιναν.. αλλά φέτος ούτε καν αυτή δεν σου έκανε την χάρη για λίγη χαρά, έστω και δανεική.

 

 4….3….

Το ζευγάρι που μετακόμισε απεναντι πριν λίγους μήνες, σήμερα θα πάψει να είναι ζευγάρι. « δεν μας βγήκε.» σου είπαν ανασηκώνοντας τους ώμους προχτές. Τώρα αυτή παλεύει να βγάλει την καμένη γαλοπούλα απ τον φούρνο και αυτός προσπαθεί να βγάλει ένα κομμάτι στο πιανο. Μάλλον δεν τους βγαίνει τίποτα πια, γενικώς.

 

 2….1…..

 Βάζεις σε ένα φάκελο τα νοίκια του καρμιρη του Μάκη και τα ακουμπάς στο γραφείο σου. Στέλνεις ένα μήνυμα στην μάνα σου ότι θα ταξιδεψεις με την δουλειά για λίγες μέρες , κάπου μακριά , χωρίς σήμα, να μην ανησυχήσει. Στέλνεις μήνυμα στην δουλεια, ότι έχεις τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες αλλά θα πρέπει να λείψεις γιατί τα πράγματα στο σπίτι χειροτέρεψαν. Πας απέναντι, αφήνεις στην πόρτα του κοριτσιού με το πρώην στολισμένο μπαλκόνι ένα κουτί με ολοκαίνουργια φωτάκια , χτυπάς το κουδούνι και πριν ανοίξει , φεύγεις. Γυρίζεις πίσω , ανεβαίνεις στην ταράτσα και βουτάς.

  Είσαι επιτέλους σπίτι.

 Είσαι επιτέλους στο μηδέν.

Σάββατο

 

Νοέμβρης του ‘73

Το μάτι πίσω από τις γρίλιες

το ματωμένο στήθος στην άσφαλτο

το δάχτυλο στην σκανδάλη

το γραπωμένο χέρι στα κάγκελα.

 

το στόμα που τραγουδάει δυνατά

«ένα το χελιδόνι» .

 

αμέτρητα βράδια παλεύω

να πλάσω μ΄όλα τούτα έναν Άνθρωπο

 

ακόμα δεν τα χω καταφέρει.

 

της Περσεφόνης

Σκέφτομαι δεν μπορεί

κάποτε θα μίλησε.

Είτε σ΄ αυτήν

που γαντζώθηκε στο παιδί της σαν παιδί

είτε σε κείνον

που μόνο του σκοταδιού τους τρόπους ήξερε.

Κάποια στιγμή δεν θα άντεξε

θα μίλησε

όταν για χάρη των καιρών

άλλαζε αφέντη

όταν πέφτανε οι υπογραφές

για την μεταβίβασή της.

 

Αν ποτέ την είχανε ρωτήσει

«Σε ποιόν τελοσπάντων

θες να ανήκεις;»

το δίχως άλλο θα αποκρίνονταν :

σε μένα.

 

Νίσυρος ‘16

Σ΄ εκείνο το μικρό το μπαλκονάκι

Ζήσαμε το πιο μεγάλο καλοκαίρι.

 

Κύμα το κύμα

το δέρμα μας έπαιρνε το χρώμα

των ερωτοχτυπημένων βράχων

των έφηβων περιβολιών

ή του σοφού πηγαδιού στη μέση της πλατείας.

 

Όταν φτάσαμε πια

στον κρατήρα  του ηφαιστείου

θα ‘πρεπε να το περιμένουμε.

λίγο καιρό μετά

τίποτα δεν θα σωζόταν

από την  λάβα μας.

 

Ανθισμένο τέλος

 

Διάλεξες τον πιο πεινασμένο χειμώνα

και μ’ έριξες μπροστά στα νύχια του.

Όσο με γυρόφερνε γρυλίζοντας

ήρθες κρυφά και φύτεψες στη γλάστρα

ένα χαρτάκι τόσο δα τσαλακωμένο

 

το διάβαζα και αυτό γινότανε φυτό πελώριο

ανθίζανε οι λέξεις του οι κατακόκκινες

μοσχομυρίζαν οι τελείες και τα κόμματα

ήρθε η άνοιξη, σκέφτηκα

να με γλυτώσει

 

μα απ’ την άνοιξη δεν γλύτωσε κανείς

είπες

καθώς έβλεπες τα φύλλα

του σαρκοβόρου σου φυτού

να με κατασπαράζουν.