Κυριακή

 

Ένα πολύ αληθινό ψέμα

Μπαίνει στο δωμάτιο που έχει αφήσει τα κανονικά του ρούχα. Διπλώνει προσεκτικά την μαύρη μπέρτα, βγάζει το καπέλο και ξεβάφει το μουστάκι του. Στο παπούτσι του έχει κολλήσει ένας μπαλαντέρ όπου και θα παραμείνει για αρκετή ώρα. Ανοίγει το μαύρο του σακίδιο, βγάζει από μέσα το φλασκί και ετοιμάζεται επιτέλους να πιει την πρώτη του γουλιά για σήμερα, όταν τον διακόπτει μια λεπτή φωνή.

 -Δεν μπορώ να το καταλάβω. Πώς κάνεις αυτό το κόλπο με τα μπουκάλια;

Γυρίζει και βλέπει έναν μικροσκοπικό Μπάτμαν να στέκεται στην πόρτα. Ρίχνει γρήγορα το φλασκί στην τσάντα, και του χαμογελάει βιαστικά.

- Μικρέ μου, ένας μάγος δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά του. Σκοπός του είναι να σου φτιάξει ένα πολύ αληθινό ψέμα.

Ο μικρός έχει μπερδευτεί χειρότερα. Πριν προλάβει να κάνει την επόμενη ερώτηση, ο μάγος τον πιάνει απ’ το χέρι. 

-Για πάμε τώρα στο σαλόνι να βρούμε τους φίλους σου.

Ο επτάχρονος σούπερ ήρωας, πιστός στο καθήκον , είναι ο μόνος που έχει μείνει ξύπνιος. Το υπόλοιπο κοινό του, τρεις πειρατές , δυο πριγκίπισσες, ένας ινφλουένσερ και κάτι ανάμεσα σε Χελωνονιντζάκι και κολοκύθι, έχουν αποκοιμηθεί ο ένας πάνω στον άλλον. Αυτό σημαίνει ένα πράγμα : έκανε καλά τη δουλειά του. Οι γονείς θα τον ευχαριστήσουν, και θα σηκώσουν τα πιτσιρίκια αγκαλιά. Θα τα βάλουν στο αμάξι, έπειτα στο κρεβάτι τους και θα  συνεχίσουν το Σάββατό τους, ίσως σε κάποιο άλλο πάρτι μασκέ, μεταμεσονύχτιο αυτή την φορά.

  Όσο οδηγεί προς το κοντινότερο μπαρ, θυμάται τα μάτια των παιδιών να τον κοιτούν με απόλυτη αφοσίωση και θαυμασμό. Θυμάται τα χειροκροτήματα σε κάθε σωστή του μαντεψιά, το κοκκίνισμα στο πρόσωπο της μικρής πριγκίπισσας όταν της εμφάνισε ένα τριαντάφυλλο πίσω απ’ το αυτί της και το γάργαρο γέλιο του πιτσιρικά με την ακαθόριστη πράσινη στολή, όταν τον είπε Κολοκυθονιντζάκι. Θυμάται το κορίτσι που είχε ντυθεί μονόκερος και του ζήτησε να την πάρει στους ώμους για να φτάσει το ουράνιο τόξο.

- Πώς σας λένε καλέ μου Μονόκερε;

- Μαριλένα, του απαντάει η μικρή και του σκάει ένα πλατύ χαμόγελο.

Καθώς την ανεβάζει στους ώμους και της λέει να ψάξει καλά καλά τον ουρανό, θυμάται μίαν άλλη Μαριλένα, με τα ίδια ξανθά μαλλιά και τα ίδια πονηρά μελί μάτια. Έχει να την δει ακριβώς έναν χρόνο. Την τελευταία φορά τα έκανε σκατά, εντελώς σκατά. Δεν θυμόταν ότι έπρεπε να την κρατήσει, και όταν είδε το μήνυμα ότι έφταναν, ήταν ήδη πολύ αργά. Είχε αρχίσει να πίνει απ’ το μεσημέρι και είχε γίνει λιώμα. Άνοιξε όπως όπως την πόρτα, έσκυψε μπροστά στην μικρή και άνοιξε τα χέρια του περιμένοντας.

- Γιατί δεν με κάνεις μια αγκαλιά, δεν μ’ αγαπάς;

- Μπαμπά σ’ αγαπάω, αλλά βρωμάς.

Αυτό ήταν. Είδε στα μάτια της μικρής κάτι ανάμεσα σε οίκτο και αποστροφή. Από τους άλλους το είχε συνηθίσει αλλά απ’ αυτήν δεν ήθελε.  Έσκυψε το κεφάλι, μπήκε στο σπίτι και άφησε την μικρή έξω. Την βρήκε η μάνα της μετά από τρεις ώρες να τρέμει από το κρύο και τα κλάματα. Την έβαλε στο αμάξι και γύρισε φουριόζα πίσω. Είσαι τόσο τύφλα που άφησες το παιδί απ’ έξω ρε γελοίε.

Την άλλη μέρα, τους έψαχνε στα τηλέφωνα, πήγε από κει, να ζητήσει συγγνώμη, να παρακαλέσει. Έφυγαν πρωί πρωί, για το αεροδρόμιο, του είπε απ’ την αυλή της η γειτόνισσα, με ένα ύφος σαν να του έλεγε : Και πολύ άργησαν… 

*

  Αυτά θυμάται και ανοίγει με δύναμη την πόρτα του μπαρ, κάθεται στο σκαμπό και παραγγέλνει. Είναι ώρα για το δικό του πάρτι. Πετάει ο μπάρμαν τα μπουκάλια στον αέρα, γεμίζει το ποτήρι του ξανά και ξανά και όλα αρχίζουν να γίνονται πιο ρευστά, να μεταμορφώνονται. Δεν θυμάται πια να τον πετάνε με τις κλωτσιές απ΄την εταιρία, αντιθέτως θυμάται να παίρνει εκείνη την προαγωγή και να βγάζει την μικρή με την μάνα της να τις κεράσει. Χορεύουν και πίνουν όλο το βράδυ. Γυρίζουν σπίτι, βάζει την μικρή για ύπνο και σκύβει να την φιλήσει. Εκείνη παίρνει μια αστεία φάτσα αηδίας και του λέει γελώντας, μπαμπά βρωμάς, αλλά σ’ αγαπάω.

Στο δεύτερο μπουκάλι κονιάκ όλα έχουν κουνηθεί και έχουν μπει επιτέλους στην σωστή τους θέση. Κοιτάζοντας τον μπάρμαν μέσα από τον πάτο του ποτηριού του, του λέει :

-Μα πώς διάολο το κάνεις αυτό το κόλπο με τα μπουκάλια;

- Ένας μάγος, κύριε, δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά του. Σκοπός του είναι να σου φτιάξει ένα πολύ αληθινό ψέμα.

 

 

Τρίτη

Κάθεσαι στο γραφείο, ανάβεις το πορτατίφ και κοιτάζεις στο απέναντι σπίτι, το αγαπημένο σου παράθυρο. Το δωμάτιο του είναι σκοτεινό. Δεν έχει επιστρέψει ακόμα. Σε λίγες ώρες αλλάζει ο χρόνος και αν δεν τον ήξερες, θα υπέθετες πως γυρίζει από τραπέζι σε τραπέζι και από μαγαζί σε μαγαζί. Αλλά τον ξέρεις, δυο χρόνια τώρα τον κοιτάζεις. Πάντα από μακριά, πάντα από ασφάλεια αλλά ίσως τον γνωρίζεις καλύτερα από ότι οι κοντινοί του. Αυτοί ξέρουν τι δουλειά κάνει, εσύ ξέρεις πως όταν γυρίζει σπίτι, χαλαρώνει την γραβάτα και αυτό δεν αρκεί για να μειώσει το πνίξιμο που αισθάνεται. Έπειτα ανοίγει τα πρώτα κουμπιά απ το πουκάμισο του, αλλά το πνίξιμο παραμένει. Ύστερα μπαίνει για μπάνιο και μένει εκεί με τις ώρες . Δεν έχεις δει την πλάτη του γυμνή αλλά είσαι σίγουρη ότι θα έχει βαθιές χαρακιές από το τρίψιμο και σκέφτεσαι πάλι τον στίχο του Καββαδια : μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει. Τον παρατηρείς όταν μπαίνει σπίτι και κλείνοντας την πόρτα πίσω του, γίνεται αυτός που δεν χρειάζεται πια να προσπαθεί. Αυτός που δεν έχει τίποτα να αποδείξει. Το σπίτι έχει ελάχιστα έπιπλα. Τόσα που να είναι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή να αναχωρήσει. Σου θυμίζει αυτήν την τσάντα που είχες φτιάξει μικρή , μετά από κείνο τον μεγάλο σεισμό. Είχες βάλει μέσα τα απαραίτητα : δυο βιβλία, την αγαπημένη σου σοκολάτα και έναν Μπαλού που σου είχε πάρει δώρο ο μπαμπάς από το Παρίσι. Σαν το σακίδιο σου είναι το σπίτι του. Το πιο φορτωμένο έπιπλο εκεί μέσα είναι μια μικρή βιβλιοθήκη που προσφάτως έχει αρχίσει να γέρνει επικίνδυνα. Προσπαθείς να μαντέψεις τι βιβλία να την βαραίνουν και αν έπρεπε να αποχωριστεί κάποια για χάρη της βιωσιμότητας του επίπλου, ποια θα έδιωχνε πρώτα. Θα μπορούσε να είναι σαν ριάλιτι, θα φύγουν πρώτα οι αδύναμοι παίκτες και θα παραμείνουν οι πιο ανθεκτικοί. Ή οι ελαφρύτεροι. Συχνά αυτά τα δύο πάνε μαζί. Η οθόνη του υπολογιστή είναι μονίμως αναμμένη και είναι η βασική πηγή φωτός του σπιτιού. Το μπαλκόνι του είναι το μόνο που δεν είναι στολισμένο και μοιάζει σαν ένας μικρός επαναστάτης , έτσι που στέκεται σκοτεινό ανάμεσα στα υπόλοιπα Είναι 12 παρά τέταρτο και ακόμα να φανεί. Είχες σχεδιάσει, αν ήταν εδώ να του χτυπούσες το κουδούνι φέτος, λίγα λεπτά μετά την αλλαγή. Δεν στόλισες και το δικό σου μπαλκόνι επίτηδες , αν και λατρεύεις τα Χριστούγεννα κυρίως για τα λαμπιόνια τους, απλώς και μόνο για να έχετε κάτι να πείτε. Είχες φτιάξει και έναν κορμό σοκολάτας να του πας αλλά βγήκε τόσο σκληρός που μάλλον μοιάζει με κανονικό κορμό, οπότε θα μπορούσες να κρατάς πριόνι αντί για πιρούνι. Ξανασκέφτεσαι την εικόνα μιας άγνωστης να του χτυπάει το κουδούνι με ένα πριόνι στα χέρια, λιγά λεπτά μετά την αλλαγή του χρόνου. Χμμ, καλύτερα όχι. Θα τρομάξει, θα μαζέψει το σακίδιο-σπίτι του και θα εξαφανιστεί, παίρνοντας μαζί του όλα όσα φαντάζεσαι ότι είναι.

 

 

⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮⩮

 

 Σήμερα δεν πηγες για δουλειά. Τους είπες πως προέκυψαν εκτακτως κάποιες οικογενειακές υποχρεώσεις. Στην μάνα σου , είπες πως σου έτυχε κάτι έκτακτο με την δουλειά. Κανεις από τους δυο δεν σε πίστεψε αλλά δεν σε νοιάζει και πολύ. Ας σε αποκληρώσει το αφεντικό. Ας σε απολύσει η μάνα σου. Καθεσαι με τα φώτα σβηστά. Έχεις πάρει την γνωστή θέση στο γραφείο σου και κοιτάζεις έξω τα αλλά σπίτια. Σε λίγα λεπτά αλλάζει ο χρόνος και τους παρατηρείς όλους από νωρίς, να μαγειρεύουν, να τσακώνονται, να στολίζονται και να μεθάνε.

 

 10…9… 

 O σπιτονοικοκύρης σου , πέρασε το πρωί για τα χρόνια πολλά και για τα νοίκια - επίσης πολλά. Του είπες , αυτό που του απαντάς τόσες μέρες : Να περάσουν οι γιορτες κύριε Μάκη και θα το τακτοποιήσω

 

 8…..7….

  Η κυρία Μαργαρίτα στον έκτο δεν θα είναι απόψε μόνη της. Γύρισε ο γιος της το πρωί από την Ισπανία, της έκανε έκπληξη. Το ανεβάσε και στορι στο ινσταγκραμ #surprisingmom #cominghomeforchristmas και δεν συμμαζεύεται. Η πραγματική έκπληξη φυσικά, θα ήταν να της φέρει παρέα και τον αρραβωνιαστικό του, 3 χρόνια ζουνε μαζί έξω και αυτή ακόμη τον ψήνει για την Ελένη την ψηλή ψιλικατζού.

 

 6…..5….

Κοιτάς το μόνο αστόλιστο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας. Το κορίτσι, έχει σκύψει πάνω από ένα ταψι και έχει μια μάλλον απογοητευμένη έκφραση. Αναρωτιέσαι γιατί δεν στόλισε φέτος … κάθε χρόνο είναι η πρώτη που φωταγωγεί το μπαλκονακι της και η τελευταία που ξεστολιζει. Ήταν από τα λίγα πράγματα που σε ζεσταιναν.. αλλά φέτος ούτε καν αυτή δεν σου έκανε την χάρη για λίγη χαρά, έστω και δανεική.

 

 4….3….

Το ζευγάρι που μετακόμισε απεναντι πριν λίγους μήνες, σήμερα θα πάψει να είναι ζευγάρι. « δεν μας βγήκε.» σου είπαν ανασηκώνοντας τους ώμους προχτές. Τώρα αυτή παλεύει να βγάλει την καμένη γαλοπούλα απ τον φούρνο και αυτός προσπαθεί να βγάλει ένα κομμάτι στο πιανο. Μάλλον δεν τους βγαίνει τίποτα πια, γενικώς.

 

 2….1…..

 Βάζεις σε ένα φάκελο τα νοίκια του καρμιρη του Μάκη και τα ακουμπάς στο γραφείο σου. Στέλνεις ένα μήνυμα στην μάνα σου ότι θα ταξιδεψεις με την δουλειά για λίγες μέρες , κάπου μακριά , χωρίς σήμα, να μην ανησυχήσει. Στέλνεις μήνυμα στην δουλεια, ότι έχεις τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες αλλά θα πρέπει να λείψεις γιατί τα πράγματα στο σπίτι χειροτέρεψαν. Πας απέναντι, αφήνεις στην πόρτα του κοριτσιού με το πρώην στολισμένο μπαλκόνι ένα κουτί με ολοκαίνουργια φωτάκια , χτυπάς το κουδούνι και πριν ανοίξει , φεύγεις. Γυρίζεις πίσω , ανεβαίνεις στην ταράτσα και βουτάς.

  Είσαι επιτέλους σπίτι.

 Είσαι επιτέλους στο μηδέν.

Σάββατο

 

Νοέμβρης του ‘73

Το μάτι πίσω από τις γρίλιες

το ματωμένο στήθος στην άσφαλτο

το δάχτυλο στην σκανδάλη

το γραπωμένο χέρι στα κάγκελα.

 

το στόμα που τραγουδάει δυνατά

«ένα το χελιδόνι» .

 

αμέτρητα βράδια παλεύω

να πλάσω μ΄όλα τούτα έναν Άνθρωπο

 

ακόμα δεν τα χω καταφέρει.

 

της Περσεφόνης

Σκέφτομαι δεν μπορεί

κάποτε θα μίλησε.

Είτε σ΄ αυτήν

που γαντζώθηκε στο παιδί της σαν παιδί

είτε σε κείνον

που μόνο του σκοταδιού τους τρόπους ήξερε.

Κάποια στιγμή δεν θα άντεξε

θα μίλησε

όταν για χάρη των καιρών

άλλαζε αφέντη

όταν πέφτανε οι υπογραφές

για την μεταβίβασή της.

 

Αν ποτέ την είχανε ρωτήσει

«Σε ποιόν τελοσπάντων

θες να ανήκεις;»

το δίχως άλλο θα αποκρίνονταν :

σε μένα.

 

Νίσυρος ‘16

Σ΄ εκείνο το μικρό το μπαλκονάκι

Ζήσαμε το πιο μεγάλο καλοκαίρι.

 

Κύμα το κύμα

το δέρμα μας έπαιρνε το χρώμα

των ερωτοχτυπημένων βράχων

των έφηβων περιβολιών

ή του σοφού πηγαδιού στη μέση της πλατείας.

 

Όταν φτάσαμε πια

στον κρατήρα  του ηφαιστείου

θα ‘πρεπε να το περιμένουμε.

λίγο καιρό μετά

τίποτα δεν θα σωζόταν

από την  λάβα μας.

 

Ανθισμένο τέλος

 

Διάλεξες τον πιο πεινασμένο χειμώνα

και μ’ έριξες μπροστά στα νύχια του.

Όσο με γυρόφερνε γρυλίζοντας

ήρθες κρυφά και φύτεψες στη γλάστρα

ένα χαρτάκι τόσο δα τσαλακωμένο

 

το διάβαζα και αυτό γινότανε φυτό πελώριο

ανθίζανε οι λέξεις του οι κατακόκκινες

μοσχομυρίζαν οι τελείες και τα κόμματα

ήρθε η άνοιξη, σκέφτηκα

να με γλυτώσει

 

μα απ’ την άνοιξη δεν γλύτωσε κανείς

είπες

καθώς έβλεπες τα φύλλα

του σαρκοβόρου σου φυτού

να με κατασπαράζουν.

 

Πρόβα κανονικότητας


Είναι έτοιμο, χρυσό μου, το ρούχο

μόνο κάποιες διορθώσεις θέλεις

Να, θα σου κοντύνουμε λίγο τα πόδια

-να σταθείς επιτέλους στο ύψος μας-

 

και ίσως να ράψουμε τα χέρια

πίσω στην πλάτη, κολλητά

να μην αγγίξουνε ξανά

το λάθος σώμα

 

έτσι είναι το ρούχο αυτό

σχεδιασμένο

για έναν άνθρωπο εντελώς κανονικό

κομμένο και ραμμένο

στα μέτρα μας.